Άρθρο του ΔΙΟΝΥΣΗ ΣΑΒΒΟΠΟΥΛΟΥ στην ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ με αφορμή τα 20 χρόνια από το θάνατο του Τσιτσάνη

Ο Βασίλης Τσιτσάνης είναι η μόνη ελληνική επανάσταση που πέτυχε.

Μέσα στα μαύρα χρόνια του εμφύλιου και σε ότι ζοφερό επακολούθησε, αυτός ο θεϊκός μουσικός κατάφερνε να ενώσει πάνω στη πίστα του αριστερούς και δεξιούς εφοπλιστές και μανάβηδες μαυραγορίτες διανοουμένους προλετάριους και φαντάρους. Πάνω στη πίστα του οι αντίπαλοι ήρθαν και έγιναν ένα.

Μες τη μεγάλη διαχρονική γιορτή του Τσιτσάνη κανείς δεν έμεινε ίδιος.
Έξω καιρό πολύ το σκοτάδι μαίνονταν αλλά εκεί μέσα στου Τσιτσάνη άντρες και γυναίκες μεταμορφώνονταν και λάμπανε σαν ήρωες ενός καινούργιου έπους.

Εκείνος κάθονταν κάτω από τη γιρλάντα με τα λαμπιόνια και έπαιζε ντυμένος στα κάτασπρα.

Στο πρόσωπο του η Ελληνική παιδεία και τέχνη γίνονταν πάλι μια εκκλησία ανοιχτή και ο τόπος τολμούσε επί τέλους να διεκδικήσει το μέλλον του.

Μουσικολογικώς πέτυχε κράμα ανατολής και δύσης. Πέτυχε δηλαδή αυτό που δεν κατάφεραν ακόμα οι Έλληνες πολιτικοί.

Αν και για να λέμε του στραβού το δίκιο στην πολιτική είναι πολύ ποιο
δύσκολο γιατί εκεί έχεις να κάνεις με ανθρώπους και όχι με νότες.
Κι όμως ο Βασίλης Τσιτσάνης δεν πέτυχε τις νότες απλώς. Πέτυχε το κυριότερο.

Πέτυχε να ξεπεράσει τη διχοστασία της δικής του ψυχής η οποία σχίζονταν ανάμεσα στα τροπάρια αφ' ενός και τις μαντολινάτες αφ' ετέρου και κυρίως ανάμεσα στο πατροπαράδοτο τρόπο και στο μοντέρνο βίο.

Έτσι έγινε συν - θέτης. Όχι επειδή ταίριαξε τις νότες αλλά επειδή συμφιλίωσε αντικρουόμενα αιτήματα της ψυχής. Και αυτός είναι ο λόγος που οι νότες του θεραπεύουν έκτοτε κάθε ατομική ή συλλογική ψυχή που πάσχει από διχασμό.

Χρειαζόμαστε συνθέτες σε αυτούς τους καιρούς. Στην πολιτική, στις ανθρώπινες σχέσεις, στις επιχειρήσεις, παντού.

Τι να τους κάνουμε τους επαγγελματίες - παραδοσιακούς ή μοντέρνους - αν δεν νοιώθουν την ανάγκη της αληθινής σύνθεσης.

Μακάρι οι νέοι μας πολιτικοί που τόσο αγαπούν να χορεύουν τα ζεϊμπέκικα του να νοιώσουν τι κατόρθωμα εκσυγχρονισμού και
μεταρρύθμισης συνιστούν αυτά τα ζεϊμπέκικα.

Μακάρι να νοιώσουν το ψυχικό αίτημα αυτής της μουσικής που αν είχε μιλιά θα έλεγε "θέλουμε να γίνουμε μοντέρνοι χωρίς να χάσουμε την ψυχή μας".
Αυτές τις μέρες 20 χρόνια από την κοίμηση του νοιώθω τυχερός που τον πρόλαβα ζωντανό να τραγουδάει τα αθάνατα τραγούδια του, αλλά και όταν βλέπω τους νεότερους συναδέλφους που τον πρόλαβαν να ανεβοκατεβαίνουν εκστατικοί τα κλιμακοστάσια των τραγουδιών του, νιώθω μια παράξενη χαρά σαν να μην υπάρχει θάνατος και μου ‘ρχεται να φωνάξω

"ασήμι γέμισες σπαρταριστό και τη χαρά σε σένα τη χρωστώ".

Είμαι πάλι γεμάτος ελπίδα.