Το «ΚΕΝΤΡΟ ΕΡΕΥΝΑΣ – ΜΟΥΣΕΙΟ ΤΣΙΤΣΑΝΗ» στα πλαίσια των δραστηριοτήτων που έχουν σχέση με την ανάδειξη των δημιουργών που με το έργο τους χάραξαν την πορεία του Ελληνικού τραγουδιού, πραγματοποίησε στις 12-12-2009 ένα αφιέρωμα στο σπουδαίο ποιητή και στιχουργό ΜΑΝΟ ΕΛΕΥΘΕΡΙΟΥ.
Στην συναυλία – αφιέρωμα η απόδοση των τραγουδιών έγινε από την ορχήστρα «ΒΑΣΙΛΗΣ ΤΣΙΤΣΑΝΗΣ» με τη συμμετοχή αρκετών μουσικών και ερμηνευτών και ο στόχος ήταν μέσα από το αφιέρωμα αυτό να αναδειχθεί η μεγάλη προσφορά και οι καινούργιοι δρόμοι που άνοιξε ο Μάνος Ελευθερίου στο Ελληνικό τραγούδι.
Βιογραφικά στοιχεία
Ο Μάνος Ελευθερίου γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Ερμούπολη της Σύρου.
Το 1962, σε ηλικία μόλις 24 χρονών δημοσίευσε την πρώτη του ποιητική συλλογή με τίτλο «Συνοικισμός». Οι πρώτες του πεζογραφικές εμφανίσεις έγιναν με τα διηγήματα «Το διευθυντήριο» και «Η σφαγή» σε αυτοτελή βιβλία το 1964 και 65. Ο ίδιος όμως σε συνέντευξή του έχει δηλώσει ότι τα έχει «αποκηρύξει σιωπηρά». Εκείνη την εποχή είχε την ευκαιρία να γνωρίσει και να συναναστραφεί σημαντικές προσωπικότητες από διάφορους χώρους της τέχνης όπως οι μεγάλοι ζωγράφοι Τσαρούχης και Χατζηκυριάκος-Γκίκας.
Το 1964 πρωτοπαρουσιάστηκε στην ελληνική δισκογραφία με τους στίχους των Ρημαγμένων Κήπων που εμπιστεύθηκε στο Χρήστο Λεοντή. Ένα χρόνο αργότερα γνωρίστηκε με τον Θεοδωράκη στο Σύλλογο Φίλων Ελληνικής Μουσικής. Ο συγγραφέας Φώντας Λάδης ήταν αυτός που πήγε στον μουσικοσυνθέτη τα δώδεκα τραγούδια που είχε γράψει ο Ελευθερίου κατά τη διάρκεια της θητείας του -το «Τρένο Φεύγει στις Οκτώ», τη «Νυχτερίδα» και τα υπόλοιπα. Λίγο καιρό πριν κυκλοφορήσει όμως ο δίσκος, τους πρόλαβε η Δικτατορία. Τελικά τα τραγούδια κυκλοφόρησαν το ‘70 στο Παρίσι. Κατόπιν το 1971 ήρθε η συνεργασία με τον Δήμο Μούτση και τον Άγιο Φεβρουάριο κι έπειτα η «Θητεία» με το Γιάννη Μαρκόπουλο. Η ηχογράφηση του δίσκου μάλιστα άρχισε το Νοέμβριο του 1973, λίγες μέρες πριν από τα γεγονότα του Πολυτεχνείου και ο δίσκος κυκλοφόρησε τελικά στη Μεταπολίτευση, το Μάρτιο του 1974. Αργότερα έρχεται η συνεργασία με τον Κουγιουμτζή και το Νταλάρα.
Παράλληλα γράφει και εικονογραφεί παραμύθια για παιδιά και φροντίζει για την έκδοση λευκωμάτων με θέμα τη Σύρο, την ιδιαίτερη πατρίδα του.
Η δεκαετία του ‘90 τον βρίσκει να αρθρογραφεί και να κάνει ραδιοφωνικές εκπομπές στον Αθήνα 9,84 και στο Δεύτερο Πρόγραμμα. Το 1994 παρουσιάζει την πρώτη -και μέχρι σήμερα τελευταία - νουβέλα του, με τίτλο Το άγγιγμα του χρόνου και δέκα χρόνια αργότερα δημοσιεύει το μυθιστόρημα «Ο Καιρός των Χρυσανθέμων, που τιμήθηκε με το Κρατικό Βραβείο Λογοτεχνίας του 2005.
Ο Ελευθερίου θα το χαρακτηρίσει θέατρο μέσα στο θέατρο, οι θεατές απλά θα το λατρέψουν και οι κριτικοί θα του πλέξουν εγκώμια.
Η εμπορική και καλλιτεχνική επιτυχία δεν είναι τυχαία. Ο Ελευθερίου, κατά την προσφιλή τακτική του έχει δουλέψει εξονυχιστικά τα βιβλία του, Εξάλλου, όπως έχει παραδεχθεί: «Ποτέ δεν έγραψα κάτι, χωρίς να γίνουν μετά άπειρες αλλαγές. Ποτέ δεν έγραψα μια πρόταση, χωρίς να κάτσω από πάνω της 100 και 200 φορές να την ξαναδώ, με διαφορετική διάθεση, διαφορετική ώρα και μέρα. Το κοιτάζω, το βλέπω, με αγανακτεί, το ξανακοιτάζω, το δέρνω, μένω εκεί. Αν δεις κάτι που έχεις γράψει και σου αρέσει πολύ, τότε υπάρχει πρόβλημα. Φαίνονται ξέρετε τα εύκολα πράγματα. Δεν τσιμπάει ο αναγνώστης».
Το 2007 εκδίδεται η συλλογή διηγημάτων «Η μελαγχολία της πατρίδας μετά τις ειδήσεις των οκτώ» «Το διήγημα, ως φόρμα είναι δυσκολότερο από ένα μικρό μυθιστόρημα. Πρέπει να εξαντλήσεις όλη σου την τεχνική και να γράψεις μια ολοκληρωμένη, συνοπτική ιστορία χωρίς να παραλείψεις στις περιγραφές σου τίποτα από την ψυχολογία των ηρώων σου και την περιρρέουσα ατμόσφαιρα. Τα διηγήματα της «Μελαγχολίας...» γράφονται επί πολλά χρόνια. Με είχαν στοιχειώσει. …. Το «λάθος» στο διήγημα είναι θανατηφόρο. Το τινάζει στον αέρα».
Ο Μάνος Ελευθερίου τρέφει αντιπάθεια προς τις συνεντεύξεις και προς τον μη ελεγχόμενο προφορικό λόγο. Καθώς όμως μερικές φορές αναγκάζεται να υποκύπτει στον πειρασμό της δημοσιεύσιμης συνομιλίας κάποιες από τις αγαπημένες του συνήθειες ή προτιμήσεις έχουν διαρρεύσει στο ευρύτερο κοινό. Όπως λόγου χάρη ότι απολαμβάνει τη μουσική του Νίνο Ρότα, ή ότι θαυμάζει τη ζωγραφική του Δομήνικου Θεοτοκόπουλου. Ότι του αρέσει το ουίσκι, ότι είναι μανιώδης καπνιστής, ότι φτιάχνει μόνος του σταφύλι γλυκό του κουταλιού, και η ταινία του Φελίνι «το πλοίο φεύγει» είναι η αγαπημένη του.
Μιλώντας για τα τραγούδια του ο ίδιος παραδέχεται χαριτωμένα: «Εγώ θα έλεγα ότι ήμουν τυχερός. Μέσα από τα τραγούδια γνώρισα εξαιρετικούς ανθρώπους, κέρδισα χρήματα, τόσα ώστε να ζω αξιοπρεπώς για πάρα πολλά χρόνια και να αγοράζω πράγματα που με ενδιέφεραν. Αυτή ήταν η ανταμοιβή μου. Τώρα, αν όλα αυτά τα πράγματα είναι καταξίωση και όντως έκανα κάτι σημαντικό, τι να πω, φαίνεται ότι πρέπει να υπάρχει κάπου μια αλήθεια σε όλες αυτές τις υπερβολές».
Οι στίχοι του έχουν μελοποιηθεί από όλους σχεδόν τους διαπρεπείς Έλληνες συνθέτες. Έγινε γνωστός ως στιχουργός τη δεκαετία του 70 συνεργαζόμενος με το Μίκη Θεοδωράκη και με τα τραγούδια : Το παλληκάρι έχει καημό, Σ' αυτή τη γειτονιά, καθως και με το έργο του Μικη Πολιτεία, με το Δήμο Μούτση στο δίσκο Ο Άγιος Φεβρουάριος με τα τραγούδια, Η σούστα πήγαινε μπροστά, Άλλος για Χίο τράβηξε, Ο χάρος βγήκε παγανιά) και το Γιάννη Μαρκόπουλο (Θητεία: Μαλαματένια λόγια, Τα λόγια και τα χρόνια, Παραπονεμένα λόγια). Αργότερα στίχοι του θα γίνουν τραγούδια από το Γιάννη Σπανό (Η μαρκίζα), το Σταύρο Κουγιουμτζή (Ελέυθεροι κι ωραίοι, Στα χρόνια της υπομονής), το Θάνο Μικρούτσικο (Άμλετ της Σελήνης, Δεν είμαι άλλος, Δίκοπη ζωή), τον Ηλία Ανδριόπουλο (Θα σε ξανάβρω στους μπαξέδες) και το Χρήστο Νικολόπουλο (Διαθήκη, Στων αγγέλων τα μπουζούκια). Θεωρείται μάλιστα ένας από τους πιο χαρακτηριστικούς εκφραστές του έντεχνου λαϊκού τραγουδιού.
Στην ερώτηση αν το τραγούδι πρέπει να είναι άμεσο με λίγες λέξεις, λιτό στο νόημά του ή όχι, ο Μάνος Ελευθερίου απαντά:
H παράδοση έτσι το θέλει. Όμως εγώ δεν μπορώ να κάνω αυτό που λέει η παράδοση. Kι αυτό αποδεικνύεται από τον εξοστρακισμό μου από την αγορά. Με θεωρούν δύσκολο, ακαταλαβίστικο, ποιητή και ότι βλακώδες συνεπάγεται μια τέτοια περιπέτεια.
Όταν τον ρωτούν εάν το τραγούδι είναι και ανάσταση των αισθημάτων απαντά:
Όχι γι' αυτόν που γράφει. Για εκείνον είναι σταύρωση. Διότι μέσα σε δώδεκα στίχους πρέπει να γράψεις μια ιστορία με αρχή, μέση και τέλος. Πρέπει να πεις «αλλιώς» όσα έχουν πει όλοι οι άλλοι που προηγήθηκαν. Kαι πρέπει πάντα να φαντάζεσαι τον ιδανικό ακροατή που ακούει με κατάνυξη τα στιχάκια σου. Γιατί όσο πόνο βάζει ένας συνειδητός άνθρωπος που γράφει το έργο, άλλο τόσο πρέπει να βάλει ο αναγνώστης και ο ακροατής. Kαι γι' αυτό θα έπρεπε να κάνουμε κάποτε ένα άγαλμα στον άγνωστο ακροατή ή στον άγνωστο αναγνώστη. Bλέπεις τ' αγάλματα είναι μόνο για τους ποιητές, για τους πεζογράφους είναι μόνο οι προτομές.
Ο Μάνος Ελευθερίου πιστεύει πως πάρα πολλοί τραγουδιστές σήμερα δεν τραγουδάνε με την ψυχή τους. Δεν έχετε λεει παρά να τους παρακολουθήσετε στην τηλεόραση. Ακόμη και σε δραματικά λόγια χασκογελούν. Αυτό σημαίνει ότι δεν πέρασε τίποτα μέσα τους.
Δεν έχουν ψυχική αγωγή. Aνέκαθεν στην Eλλάδα αυτά τα πράγματα έβγαιναν αυτοφυώς. Ούτε η Mαρίκα η Πολίτισσα, ούτε η Mαρίκα Nίνου εφοίτησαν σε σχετικά με το είδος εργαστήρια. Tο ευτύχημα είναι ότι βρέθηκαν ευλογημένες συγκυρίες γι' αυτούς τους ανθρώπους που πλούτισαν τον πολιτισμό μας. Δεν βλέπω ποιος απ' αυτούς τους νέους θα γίνει μυθικός τραγουδιστής και αυτό διότι ο μύθος προϋποθέτει και μια ιδιωτική ζωή που να σέρνει πολλές μάχες.
Στον μικρόκοσμο των ανθρώπων του τραγουδιού συμβαίνουν πράγματα που δεν ελέγχονται, διότι πάντα κάτι γίνεται κι αλλάζουν όλα. Αγάπες, υποχρεώσεις, αναζητήσεις, επαγγελματικές εμπλοκές, όλα οδηγούν σε αδιέξοδα και σε λύσεις που δεν θα ήθελες. Ωστόσο και τις δικαιολογείς και αναγκαστικά τις ευλογείς.
Αυτός κυρίες και κύριοι είναι ο άνθρωπος και ο δημιουργός Μάνος Ελευθερίου που όταν ρωτήθηκε εάν μπορεί να γραφτεί σήμερα ελληνικό λαϊκό τραγούδι απάντησε με τη φράση:
«Γράφεται συνεχώς και αδιαλείπτως». Αυτή τη φράση κρατάμε σαν ορχήστρα «ΒΑΣΙΛΗΣ ΤΣΙΤΣΑΝΗΣ» και συνεχίζουμε να πορευόμαστε με υπευθυνότητα και αισιοδοξία υπηρετώντας το ελληνικό τραγούδι και τιμώντας τους δημιουργούς που με το έργο τους έγραψαν τις χρυσές σελίδες στην ιστορία του.