Μπετόβεν - Τσιτσάνης: ομοιότητες και διαφορές στη ζωή και το έργο τους

Του Γιώργου Παπαχρίστου, Τορόντο, Καναδάς
Δημοσίευση στην εφημερίδα "ΤΟ ΒΗΜΑ"

Λούντβιχ Βαν Μπετόβεν, Βασίλης Τσιτσάνης
Ήταν και οι δυο τους φτωχόπαιδα από πολυμελείς οικογένειες από την περιφέρεια. Τα παιδικά τους χρόνια όχι και τόσο ευχάριστα. Φτωχικά για τον Βασίλη Τσιτσάνη, δραματικά και τραυματικά για τον Λούντβιχ Μπετόβεν. Ο Βελγικής καταγωγής παππούς του Μπετόβεν, Λουί, μετακόμισε στη Βόννη όπου διορίστηκε μουσικός στην αυλή του Εκλέκτορα. Ο Πατέρας του Τσιτσάνη μετακόμισε στα Τρίκαλα από την Ήπειρο γιατί είχε περισσότερη δουλειά ως τσαγκάρης τσαρουχάς.

Στα 14-15 χρόνια τους, ο Λούντβιχ Μπετόβεν έπαιζε τσέλο στην ορχήστρα του Εκλέκτορα της Βόννης ενώ ο Βασίλης Τσιτσάνης έπαιζε βιολί με το “Τρίο Μπαρόνι” στους βουβούς κινηματογράφους των Τρικάλων, . Στα 21 τους χρόνια έφυγαν από τη γενέτηρά τους για σπουδές και το μεγάλο ταξίδι της ζωής τους. Ο Μπετόβεν εγγράφεται στο φιλολογικό τμήμα του πανεπιστημίου της Βόννης αλλά μετά από μερικά μαθήματα το εγκαταλείπει και φεύγει για τη Βιέννη για να βελτιώσει τις μουσικές του γνώσεις.
Ο Τσιτσάνης φεύγει από τα Τρίκαλα για την Αθήνα για να σπουδάσει νομικά, να γίνει δικηγόρος. Γρήγορα εγκαταλείπει τα νομικά και ασχολείται μόνο με τη μουσική. Στην εποχή τους ήταν οι καλλίτεροι εκτελεστές στο όργανό τους, στο πιάνο ο Μπετόβεν, στο μπουζούκι ο Τσιτσάνης. Στην πορεία αναδείχτηκαν ως οι επαναστατικοί συνθέτες στο χώρο τους που με τις συνθέσεις τους διαμόρφωσαν νέους τρόπους μουσικής έκφρασης. Με τις μουσικές τους δημιουργίες συμμετείχαν στα κοινωνικά δρώμενα της εποχής τους.
Και οι δύο αγαπούσαν υπερβολικά την μάνα τους. Την θεωρούσαν ως την καλλίτερη φίλη τους. Αργότερα όταν έβγαζαν αρκετά χρήματα και οι δύο βοηθούσαν οικονομικά τις οικογένειές τους αλλά και τους άλλους συναδέλφους τους.
Ο Βασίλης Τσιτσάνης γεννήθηκε στα Τρίκαλα της Θεσσαλίας το 1915. Πατέρας του Βασίλη ήταν από τα Γιάννενα και μάνα του η Βικτωρία. Απέκτησαν 14 παιδιά αλλά επέζησαν μόνο τα 4. Ο Βασίλης Τσιτσάνης είχε μεν μια στερημένη από τη φτώχεια παιδική ζωή στο μικροαστικό περιβάλλον των Τρικάλων, αλλά είχε ένα ευχάριστο οικογενειακό περιβάλλον με την μάνα δίπλα του και πολλά αδέρφια και έναν προστατευτικό πατέρα, πολύ σπουδαία πράγματα για κάθε παιδί σε κάθε εποχή. Ο πατέρας του Βασίλη ήταν ένας καλοσυνάτος και σεβαστός οικογενειάρχης, βιοπαλαιστής, τσαρουχάς το επάγγελμα. Αγαπούσε την οικογένεια, τη δουλειά του αλλά και την μουσική.
Ο ίδιος, μετά τη δουλειά στο σπίτι τους, έπαιζε δημοτικά τραγούδια με τη μαντόλα του και τραγουδούσε. Αργότερα τη μαντόλα την έκανε μπουζούκι. Αυτά τα τραγούδια ήταν τα πρώτα μουσικά ακούσματα του μικρού Βασίλη. Ο πατέρας απαγόρευε τον μικρό Βασίλη να πιάσει τη μαντόλα γιατί ήθελε να μάθει γράμματα για να απαλλαγή από την μιζέρια της βιοπάλης. Τον έστελνε όμως στον Ιταλό δάσκαλο της μουσικής Γκιόσσα να μάθει βιολί. Μαθητής ακόμα διηύθυνε τις μουσικές εκδηλώσεις στο Γυμνάσιο και τα βράδια έπαιζε βιολί με το “Τρίο Μπαρόνι” στους βουβούς κινηματογράφους των Τρικάλων. Έτσι, με το βιολί, άρχισε η μουσική πορεία του μικρού Βασίλη πριν ακόμα πιάσει στα χέρια του το μπουζούκι.
Ο Λούντβιχ Μπετόβεν γεννήθηκε στη Βόννη της Γερμανίας το 1770 που τότε ήταν μια επαρχιακή πόλη. Πατέρας του Μπετόβεν ήταν ο Γιόχαν Μπετόβεν, ένας ασήμαντος τενόρος της χορωδίας της πόλης και δάσκαλος στις αυλές των πριγκίπων της Κολωνίας. Μάνα του ήταν η Μαρία-Μαγδαληνή, κόρη του μάγειρα το Εκλέκτορα της Κολωνίας. Απέκτησαν 7 παιδιά αλλά επέζησαν τα 3. Ο πατέρας του Λούντβιχ ήταν ένας αλκοολικός, κομπλεξικός και βίαιος χαρακτήρας, ένας αποτυχημένος και μεθύστακας τενόρος. Όταν επέστρεφε στο σπίτι τα χαράματα μεθυσμένος, ξυπνούσε τον μικρό Λούντβιχ, τον σήκωνε από το κρεββάτι του και τον έδερνε του σκοτωμού. Μισοκοιμισμένο τον έβαζε να παίζει πιάνο επί ώρες ασταμάτητα μέχρι εξαντλήσεως. Μετά ξέσπαγε στη γυναίκα του.
Ο Λούντβιχ βίωνε ένα παιδικό δράμα που θα τον σημάδευε καίρια στην μετέπειτα ζωή του. Η οικογενειακή ζωή του ήταν μία ζούγκλα που μόνο άγρια θηρία θα μπορούσαν να επιβιώσουν. Τότε ο μικρός Λούντβιχ έδειξε το δυνατό του χαρακτήρα. Στα 11 του χρόνια σταματά το σχολείο και εργάζεται ως οργανίστας στην ορχήστρα του καθεδρικού ναού της Βόννης. Στα 17 του χρόνια, με την συγκατάθεση του Εκλέκτορα, γίνεται προστάτης της οικογένειας παραμερίζοντας τον πατέρα του από τις οικογενειακές ευθύνες, Μερικά χρόνια αργότερα πέθανε ο πατέρας από το κατεστραμμένο από το αλκοόλ συκώτι. Δύο χρόνια αργότερα πεθαίνει και η μάνα του που την θεωρούσε την καλλίτερη φίλη του.
Ο Βασίλης Τσιτσάνης, ο γιος του τσαρουχά από τα Τρίκαλα, τελείωσε το γυμνάσιο και με τις όποιες μουσικές γνώσεις στο από τον Ιταλό δάσκαλο και αυτοδίδακτος στο μπουζούκι, στα 21 του χρόνια, αν και δεξιοτέχνης του βιολιού, με το μπουζούκι του στο χέρι και καμιά 40ριά τραγούδια, δικές του μουσικές συνθέσεις, κατέβηκε στην Αθήνα για να σπουδάσει νομικά. Να γίνει δικηγόρος. Για βιοποριστικούς λόγους, το “βλαχάκι” από τα Τρίκαλα, έπιασε δουλεία, περισσότερο να περνά η ώρα με τους φίλους και συμφοιτητές σε μία ταβέρνα των Αθηνών στο σταθμό Λαρίσης τον “Πλάτανο”. Τα λαγωνικά των δισκογραφικών εταιρειών έμαθαν για κάποιο χωριατάκι που παίξει το μπουζούκι του με έναν παράξενο τρόπο. Βγάζει έναν ασυνήθιστο ήχο που μιλάει με μια διαφορετική γλώσσα από τα μέχρι τότε γνωστά ακούσματα. Σαν χαρακτήρας αλλά και σαν μουσικός εκπέμπει έναν διαφορετικό χαρακτήρα. Άγνωστοι άνθρωπο άρχισαν να έρχονται τα βράδια να ακούσουν τον νεαρό επισκέπτη των Αθηνών. Δεν άργησαν να έρθουν και οι πρώτες γνωριμίες στο χώρο της λαϊκής μουσικής, να ακολουθήσουν οι πρώτες προσφορές για επαγγελματική δουλειά και ηχογραφήσεις των πρώτων τραγουδιών. Η πρώτη του επαγγελματική δουλειά ήταν στην ταβέρνα “τα Μπιζέλια”. Εκεί τέλειωσαν και τα σχέδια του για την νομική σχολή και άρχισε σαν όνειρο οριστικά η μουσική πορεία του Βασίλη Τσιτσάνη που έμελλε να γίνει ο μεγαλύτερος λαϊκός συνθέτης και τροβαδούρος της σύγχρονης Ελλάδας.
Ο Μπετόβεν υποτίθεται ότι πήρε το πρώτα του μαθήματα από τον πατέρα του αλλά ο πρώτος του δάσκαλος ήταν ο Christian Neefe ο οποίος και του δημοσίευσε τα πρώτα του συνθετικά έργα και του εισηγήθηκε να πάει στη Βιέννη για να μαθητεύσει κοντά στον Μότσαρτ.
Ο Μπετόβεν, ο γιος του μεθύστακα τενόρου, στα έντεκα του χρόνια σταματάει το σχολείο για να αφοσιωθεί αποκλειστικά στη μουσική, στα δεκατέσσερα πιάνει δουλειά στη ορχήστρα του Εκλέκτορα, στα δεκαεπτά γίνεται προστάτης οικογενείας με απόφαση δικαστηρίου λόγω ανικανότης του πατέρα του και στα εικοσιένα του χρόνια, το 1792, φεύγει από τη Βόννη με προτροπή του δασκάλου του και κάποιες συστάσεις για το μεγάλο μουσικό κέντρο της Ευρώπης, την Βιέννη, όπου για ένα μικρό διάστημα θα πάρει μαθήματα σύνθεσης από τον Χάυδν. Φαίνεται όμως ότι οι χαρακτήρες τους δεν μπορούσαν να συμβαδίσουν και γρήγορα οι δρόμοι τους χώρισαν. Παράλληλα οΜπετόβεν, ο “χωριάτης” από τη Βόννη ή “μυλόπετρας”, ο “Μέγας Μογγόλος” όπως τον ονόμασε ο Χάυδν για την άγρια εμφάνισή του, γρήγορα διακρίθηκε για την δεξιοτεχνία του στο πιάνο και έγινε περιζήτητος στα πριγκιπικά σαλόνια της Βιέννης ως εκτελεστής του πιάνου αλλά και ως δάσκαλος στις αριστοκρατικές αυλές. Παρά τις μεγάλες οικονομικές δυσκολίες ο Μπετόβεν συνέχισε να συνθέτει νέα έργα και να τα παρουσιάζει σε κάθε ευκαιρία. Οι μουσικοί εκδοτικοί οίκοι από διάφορες πόλεις αντιλήφθηκαν την μουσική ιδιοφυΐα του νεαρού Λούντβιχ και γρήγορα ζήτησαν να αναλάβουν τα δικαιώματα για τις τυπογραφικές εκδόσεις των έργων του. Έτσι η φήμη του Μπετόβενάρχισε να εξαπλώνεται σε ΄όλα τα γερμανόφωνα διαμερίσματα της Αυστροουγγαρίας και Πρωσίας.
Ο Βασίλης Τσιτσάνης παντρεύτηκε τη Ζωή Σαμαρά και έκανε το δικό του σπίτι και την δική του οικογένεια με δυο παιδιά. Παρά τις τόσες προκλήσεις της βραδινής επαγγελματικής ζωής για τον Τσιτσάνη προέχει η οικογένεια. Οι γυναίκες πρόσφεραν στον Τσιτσάνη την μαγεία του έτερου φύλου με την ομορφιά και τον αινιγματικό τους χαρακτήρα έναν διαρκή έρωτα που μετουσιώθηκε σε μελωδίες και ποιητικό λόγο που άγγιξαν τις ευαισθησίες όλων των κοινωνικών στρωμάτων της Ελλάδας. Η γυναικεία ύπαρξη ήταν πάντα η μεγάλη “Αρχόντισσα” ή κάποια “Αχάριστη” για τον καθένα που επιζητούσε την συντροφιά της ή που θα του πρόσφερε τη μαγεία της εξωτικής παρουσίας σαν την αιτία του ερωτικού του μαρτυρίου. Ο έρωτας για τον κόσμο του ωραίου και τη θαλπωρή που αντιπροσωπεύει η παρουσία της γυναίκας στον πεζό ανδρικό κόσμο στον Τσιτσάνη μετουσιώνεται στα πιο όμορφα μουσικά ακούσματα στην μουσική ιστορίας νεότερης Ελλάδας. Οι συνθετικές του δημιουργίες είναι το καταφύγιο του κάθε ερωτευμένου που ζητά την εξωτερίκευση του πόθου του. Η μουσική του είναι η καθημερινή συντροφιά του καθενός που ταύτισε τα προσωπικά του βιώματα με τις μουσικές δημιουργίες του Τσιτσάνη. Ο ίδιος, με το ραδιόφωνo ή τους δίσκους, έγινε το αγαπητό μέλος της κάθε οικογένειας και καθημερινός μουσικός επισκέπτης του κάθε σπιτιού που τον αναδεικνύουν σαν τον δημοφιλέστερο σύγχρονο συνθέτης και τραγουδοποιό.
Ο Μπετόβεν ήταν πάντα σοβαρά ερωτευμένος μα κάποια γυναίκα αλλά ποτές δεν παντρεύτηκε. Οι ερωτικές του επιστολές ξεχειλίζουν από μια ευαισθησία ενός εντελώς διαφορετικού χαρακτήρα από την γνωστή περιγραφή του θυμωμένου και απρόσιτου ανθρώπου. Στα τελευταία χρόνια της ζωής του παραδέχτηκε ότι ήταν μεγάλο λάθος που δεν παντρεύτηκε αλλά πάντα περίμενε την παρουσία της “Αθάνατης Αγαπημένης” του. Οι χωρίς ανταπόκριση έρωτες του Μπετόβεν από τις κόρες της αριστοκρατίας πλήγωσαν τον ανδρικό του εγωισμό αλλά έβρισκαν διέξοδο στο συνθετικό του έργο σαν ανεκπλήρωτες επιθυμίες στις ρομαντικές σονάτες του ακόμα και σε “λαϊκά” τραγούδια. Αντικείμενο του ερωτικού του ενδιαφέροντος ήταν κυρίως παντρεμένες γυναίκες της αριστοκρατίας που ζητούσαν μια περαστική σχέση παρά μια μόνιμη κατάσταση με τον φημισμένο μεν αλλά κατώτερης καταγωγής απείθαρχο και πάντα θυμωμένο πιανίστα ή πλατωνικοί έρωτες με νεότερες κόρες της αριστοκρατίας που του έδωσαν τα κύρια ερεθίσματα στις ρομαντικές του συνθέσεις. Η συνεχής απόρριψη όμως άφησε συναισθηματικούς μώλωπες και ψυχικά τραύματα στον ευαίσθητο Λούντβιχ που δεν έκλεισαν ποτές. Έγινε περιζήτητος από τις κυρίες της αριστοκρατίας που ζητούσαν να τις δώσει μαθήματα μουσικής. Ήθελαν τη συντροφιά του αλλά όχι μια μόνιμη ή και νόμιμη σχέση.
Ο Λούντβιχ αναζητούσε μια σχέση που θα τον οδηγούσε στα σκαλιά κάποιου καθεδρικού ναού και του δημαρχείου. Μια σχέση που ποτές δεν ήρθε αν και πολλές φορές νόμισε ότι του χτύπησε την πόρτα. Με την απροσάρμοστη παρουσία και αλλοπρόσαλλη συμπεριφορά στο ακατάδεκτο αριστοκρατικό περιβάλλον, με άγρια και άκομψη μορφή, βλοσυρός και ανυπότακτος χαρακτήρας, ένοιωσε βαθιά την σκληρότητα της γυναικείας απόρριψης από έναν κόσμο που ο ίδιος μισούσε σκληρά και είχε προ πολλού απορρίψει και ζητούσε την ανατροπή του. Του άφησε όμως τα αθεράπευτα ψυχικά σημάδια που μαζί με την κώφωση που τον συνόδευε από νεαρή ηλικία τον οδηγούσε στην φυσική του εξόντωση.

Από τον πρώτο του χρόνο στην Αθήνα ο Τσιτσάνης έγινε πασίγνωστος για την δεξιοτεχνία του στο μπουζούκι και για το καινούργιο μουσικό χρώμα και άκουσμα που έδωσε με τις συνθέσεις του και τον ξεχωριστό τρόπο που έπαιζε το μπουζούκι. Όλοι πηγαίνανε να ακούσουν το «βλαχάκι» από τα Τρίκαλα ενώ οι ειδικοί του χώρου τον πλησιάζουν να τους δώσει τραγούδια για γραμμοφώνηση. Το ταλέντο του στη σύνθεση δεν άργησε να φανεί. Τα πρώτα κιόλας τραγούδια γίνονται μεγάλες επιτυχίες. Τα κέντρα διασκέδασης επιδιώκουν ποιος θα τον πάρει για δουλειά. Γρήγορα το μικρό βλαχάκι έγινε κυρίαρχος στη δισκογραφία και οι συνάδελφοί του τον αναβάθμισαν σε... «βλάχο» όπως έγινε γνωστός στους μουσικούς κύκλους.
Ο Τσιτσάνης ήταν πολύ αγαπητός σε όλους. Ήταν εξαίρετος άνθρωπος και μοναδικός χαρακτήρας. Δεν κακολογούσε κανέναν και εκτιμούσε αληθινά τους συναδέλφους του. Βοηθούσε όσο μπορούσε άλλους συναδέλφους του και έπαιζε στις δισκογραφίες τα τραγούδια τους όταν του το ζητούσαν.
Κοινωνικός και καταδεκτικός άνθρωπος, χωρίς ίχνος επίδειξης ανωτερότητας και φιλικός με όλους. Αγαπήθηκε από φίλους και συναδέλφους του που και ο ίδιος αγάπησε και σεβάστηκε σε όλη του τη ζωή.
Αγάπησε και αγαπήθηκε από τις γυναίκες αλλά πάνω από όλα για τον Βασίλη Τσιτσάνη προείχε η οικογένεια του. Αν και πολλά τραγούδια του Τσιτσάνη έχουν πολιτικοκοινωνικά μηνύματα, με την εξουσία ποτές δεν ήρθε σε ρίξει και κράτησε τις πρέπουσες αποστάσεις. Με μια διπλωματική δεξιότητα κράτησε τα προσωπικά του πιστεύω μακριά από την δημοσιότητα όπως και η προσωπική του ζωή ποτέ δεν απασχόλησαν κανέναν ακόμα και τους επαγγελματίες του είδους.
Η σχέση του με τον αστυνόμο Μουσχουντή ήταν καθαρά προσωπική, αστυνομικού μεν αλλά ενός εργένη, ανθρώπου της νυχτερινής ζωής, της διασκέδασης και φίλο της λαϊκής μουσικής.
Ο «Μέγας Μογγόλος» από την Βόννη, ο Μπετόβεν γρήγορα έγινε το πρώτο όνομα στη Βιέννη.
Παρά το δύσκολο χαρακτήρα του όλοι θέλανε το παράξενο και αδέξιο σε κοινωνική συμπεριφορά «χωριάτη» από τη Βόννη να παίξει το πιάνο στις δεξιώσεις και τα κονσέρτα αλλά και να συνθέτει την επόμενη σονάτα ή κουαρτέτο γι αυτούς και μάλιστα να τους το αφιερώσει στο όνομά τους με αμοιβή βέβαια.
Ήταν ο πρώτος επαγγελματίας μουσικός της εποχής του που έγραφε κατά παραγγελία με αδιαπραγμάτευτη τιμή.
Τον Μπετόβεν, στη ζωή, δεν τον αγάπησε κανείς.
Η άρχουσα τάξη απλώς ανέχτηκε την παρουσία του στα σαλόνια της γιατί δεν μπόρεσε να αντισταθεί στην μουσική του μεγαλοφυΐα. Εξάλλου την τάξη αυτή και ο Μπετόβεντην μισούσε παθολογικά και αγωνιζόταν με πάθος για την ανατροπή της. Αρνήθηκε την υποταγή στους πρίγκιπες, παρά την δύσκολη οικονομική του κατάσταση, τους έβριζε δημόσια κατά πρόσωπο ή με επιστολές.
Εξάλλου είναι γνωστή η ρήξη του με τον πρίγκιπα Λιχνόφσκυ όταν αρνήθηκε να παίξει πιάνο σε δείπνο για τους Γάλλους κατακτητές και του επιτέθηκε με μια καρέκλα να τον χτυπήσει όταν εκείνος αστειεύτηκε ότι θα τον «φυλάκιζε» αν δεν έπαιζε κάτι για τους καλεσμένους του.
Αυτή η κοινωνική αντίφαση του Μπετόβεν, πόλεμος με το σύστημα από τη μια αλλά έρωτες με τις κυρίες της άρχουσας τάξης από άλλη, καθώς και η κώφωση που όλο και επιδεινωνόταν, καταρράκωσαν τον ευαίσθητο ψυχικό του κόσμο του που φορές τον έφερνε στα πρόθυρα της τρέλας ακόμα και της αυτοκτονίας.
Παραμέλησε τον εαυτό του, άρχισε να πίνει σε βαθμό αλκοολισμού ή γύρισε τα βράδια κακοντυμένος, σχεδόν ρακένδυτος, χωρίς κανένα προορισμό.
Ακόμη λέγετε ότι ο αστυνομικός που τον συνέλαβε για διατάραξη κοινωνικής γαλήνης, γέλασε όταν του είπε ότι είναι ο Μπετόβεν. Στις επιστολές του ο Μπετόβεν αποκρούει την φήμη ότι είναι ένας οργίλος και ακοινώνητος χαρακτήρας αλλά ένας πολύ ευαίσθητος άνθρωπος. Την όποια μη κοινωνική του συμπεριφορά την αποδίδει στο μεγάλο προσωπικό του δράμα που ζει από την νεότητά του αλλά προσπαθεί να το αποκρύψει, την κώφωση.
Ο Βασίλης Τσιτσάνης δεν μας έδωσε ένα συμφωνικό έργο, αποτέλεσμα της έλλειψης κατοχής των θεωρητικών και τεχνικών γνώσεων των δομών συγκρότησης των συμφωνικών μορφών ή γενικότερης μουσικής παιδείας. Μας πρόσφερε όμως ένα εμπνευσμένο έργο, ένα λαϊκό τραγούδι ντυμένο με τα επαναστατικά μουσικά εκφραστικά στοιχεία πού έλειπαν στην προ Τσιτσάνη εποχή και που πάνω του επένδυσαν με τα λαϊκά και άρα εθνικά μουσικά χρώματα το τεράστιο έργο τους ο Μάνος Χατζηδάκης, ο Μίκης Θεοδωράκης και τόσοι άλλοι νεότεροι Έλληνες συνθέτες. Ο Τσιτσάνης ξεκαθάρισε γλωσσικά το ελληνικό τραγούδι από την λεκτικά περιορισμένη αλλά και κακόφωνη περιθωριακή αργκό και έκανε το κακόφημο ρεμπέτικο τραγούδι λαϊκό, καθημερινό βίωμα όλων των στρωμάτων της ελληνικής κοινωνίας. Με μοναδικές μελωδίες και αρμονική συγκρότηση άνοιξε καινούργιους δρόμους μουσικής έκφρασης . Πλούτισε τη θεματολογία από τις προσωπικές συναισθηματικές σχέσεις, τη χαρά του έρωτα, την απόλαυση της ζωής, τον πόνο του χωρισμού, περνά με μοναδικό τρόπο στην κοινωνική αδικία, την ανισότητα και την καταπίεση στον όλεθρο του πολέμου και του εμφύλιου σπαραγμού.
Όπως ο ίδιος λέει “Τίποτα δεν αγνόησα στα τραγούδια μου διότι και αυτό το θεωρούσα χρέος. Έγραψα για την Ελλάδα, για τη φτώχεια, για τη γυναίκα, για την εργατιά, για τον πόνο, για την αδικία, για το χαμό, για τη φυγή, για τη λευτεριά, για τον πόθο, για το ανικανοποίητο”. Το έργο του Τσιτσάνη είναι εμπνευσμένο και ανυπέρβλητο. Αν και το μπουζούκι δεν είναι ένα όργανο για σύνθεση, αυτό δεν τον εμπόδισε τα συλλάβει τις μεγάλες του μουσικές εμπνεύσεις και να τις μετουσιώσει σε υπέροχα λαϊκά τραγούδια που αγαπήθηκαν και τραγουδήθηκαν από όλα τα κοινωνικά στρώματα.
Το μεγαλείο της μουσικής του Τσιτσάνη ανέδειξε από τον ελληνικό λαϊκό κοσμο σε συμφωνική φόρμα ο Σταύρος Ξαρχάκος στα μέσα της δεκαετίας το ’90 με το συμφωνικό του έργο «Τσιτσάνη Διάλογοι» βασισμένο στα λαϊκά τραγούδια του Βασίλη Τσιτσάνη της πρώιμης εποχής του. Καθώς ο Τσιτσάνης λέει, “Δυο δρόμοι τη χωρίζουνε την κοινωνία ετούτη και φέρνουν μαύρη συμφορά, η φτώχεια και τα πλούτη” με τη δύναμη της εξουσίας που αυτά συνοδεύονται. Για την σύγκλειση αυτών των κοινωνικών διαφορών και αδικιών αλλά και την κοινωνική συμφιλίωση αγωνίστηκαν και οι δύο τους, Μπετόβενκαι Τσιτσάνης, ο καθένας με τον δικό του τρόπο και με μόνο όπλο τις μουσικές τους δημιουργίες και με βόλια τις νότες του πενταγράμμου.
Σημείωση: (Το τελευταίο μέρος κάπως μεγάλωσε πέρα από τις προδιαγραφές του Βήματος και θεωρήσαμε σωστό να το δώσουμε σε δύο μέρη).
Σαν μουσικός καταρχήν επαναστάτης ο Μπετόβεν και με όπλα τις ανατρεπτικές αντιθεωρητικές διαφωνίες ανέτρεψε τις παραδοσιακές φόρμες και έδωσε το φιλοσοφικό και δραματικό βάθος που έλειπε από την ως τότε συμφωνική μουσική και σαν κοινωνικός επαναστάτης, εμπέδωσε μέσα του την αποστροφή και το μίσος για τον κόσμο των πριγκίπων, του φεουδαλισμού και της αριστοκρατίας που έφευγε. Μυημένος στο νέο ιδεολογικό τοπίο που διαμόρφωσε η Γαλλική επανάσταση, εμπέδωσε την μεγάλη προσδοκία της ελευθερίας και της συναδέλφωσης στον κόσμο που έρχεται στους ρυθμούς της 9ης συμφωνίας και την Ωδή στην Ελευθερία του Σίλλερ που έγινε γνωστή ως Ωδή της Χαράς για λόγους λογοκρισίας ή ακόμα και πολιτικών διωγμών.
Ο Μπετόβεν, καθοδηγούμενος από το μουσικό του ένστικτο, έσπασε τους νόμους και τους κανόνες της συμφωνικής μουσικής παρά τις αντιρρήσεις τω συγχρόνων του θεωρητικών. Εισήγαγε τις διαφωνίες που έδωσαν τον δραματικό χαρακτήρα που έλλειπε από την προηγούμενη συμφωνική εμπειρία μέχρι και την κλασσική περίοδο, αναμόρφωσε τις συμφωνικές φόρμες με νέες δομές και άνοιξε το δρόμο του ρομαντισμού σαν μουσική εκφραστική αναγκαιότητα των κοινωνικών αλλαγών για μία απαλλαγμένη από πρίγκιπες και βαρόνους μετά - Ναπολεοντική Ευρώπη. Ο Μπετόβεν πολέμησε το μισητό περιβάλλον της αριστοκρατίας, περίμενε τις μεγάλες κοινωνικές αλλαγές που δεν ήρθαν στην εποχή του προδομένες από τις ηγεμονικές τάσεις του Ναπολέοντα.
Η μουσική του Μπετόβεν όμως παραμένει το λάβαρο και η σημαία των λαϊκών κινημάτων για την προάσπιση των πανανθρώπινων ιδανικών της Ελευθερίας, της Ισότητας, της Δικαιοσύνης, της Δημοκρατίας και της Συναδέλφωσης των λαών αλλά και τον σεβασμό των ανθρώπινων δικαιωμάτων σε όλη τη γη με την απελευθέρωση των λαϊκών τάξεων από την δυναστεία της κάθε εξουσίας. Η μουσική του Μπετόβεν είναι ένας διαρκής αγώνας του καλού ενάντια στην δυνάμεις του κακού, η μάχη του φωτός ενάντια στις δυνάμεις του σκότους. Επίλογος. Μπετόβεν και Τσιτσάνης, όπως φαίνεται από αυτή την μικρή μελέτη, έχουν πολλά κοινά αλλά και αλληλοσυμπληρωματικές διαφορές στην μουσική και κοινωνική τους παρουσία που πάντοτε διακρίνουν τις μεγαλοφυΐες.
Σύγκριση του έργου των δύο μεγάλων δημιουργών δεν μπορεί να γίνει αλλά μόνο ένας ελεύθερος και συγκρατημένος παραλληλισμός που ξεκινάει από την παρουσία τους στην τέχνη σε διάφορα ηλικιακά στάδια της ζωής τους αλλά και τη στάση τους απέναντι στα μεγάλα προβλήματα της εποχής τους, μέχρι το βαθμό και την διάρκεια της επιρροής που είχαν στους συγχρόνους αλλά και έχουν ακόμη στους μεταγενέστερους δημιουργούς, ο μεν Βασίλης Τσιτσάνης στον κόσμο του Ελληνισμού ο δε Λούντβιχ Μπετόβεν σε οικουμενικό επίπεδο.
Εμείς είμαστε οι τυχεροί αποδέκτες των επαναστατικών μουσικών δημιουργιών τους που σκάλισαν ο μεν ένας επάνω στα κλειδιά του πιάνο και ο δε άλλος στην ταστιέρα του ταπεινού και περιφρονημένου ως τότε μπουζουκιού. Σημείωση: (Αν και είναι άγνωστη η ημερομηνία γεννήσεως του Μπετόβεν, βαφτίστηκε στις 17 Δεκεμβρίου 1770, η 16 Δεκεμβρίου έγινε αποδεκτή από την διεθνή κοινότητα να γιορτάζονται τα γενέθλιά του).

Μπετόβεν - Τσιτσάνης: ομοιότητες και διαφορές στη ζωή και το έργο τους
Μπετόβεν - Τσιτσάνης: ομοιότητες και διαφορές στη ζωή και το έργο τους