(Απόσπασμα)
Είναι γνωστό Βασίλη, ότι γεννήθηκες στά Τρίκαλα τής Θεσσαλίας, άλλά πές μου λίγα πράγματα γιά τήν οικογένειά σου.
Ό πατέρας μου ήταν Ήπειρώτης, όπως καί ή μάνα μου πού λεγόταν Βικτωρία τό γένος Λάζου. Ό πατέρας μου είχε γεννηθεί στα Γιάννενα κι ή μάνα μου στά Ζαγόρια. Πρέπει νά ήρθε ό πατέρας μου στά Τρίκαλα γύρω στά 1900. Ήταν πολύ καλός άνθρωπος καί πολύ φτωχός. Τσαρουχάς στό έπάγγελμα καί πολύ μερακλής στή δουλειά του, άφού τά τσαρούχια πού έφτιαχνε ήταν περιζήτητα. Άκόμα καί άπό τήν άνακτορική φρουρά παράγγελναν τσαρούχια στόν πατέρα μου γιά τούς τσολιάδες. Ήταν φοβερός στή δουλειά του. Έφτιαχνε τά περίφημα σκαφτά τσαρούχια. Ένα ζευγάρι τσαρούχια τού πατέρα μου νά είχα έγώ σήμερα δέ ήθελα τίποτε άλλο. Ό πατέρας μου λοιπόν, είχε ένα παλιό ίταλικό μαντολίνο πού τό έπαιρνε καί έπαιζε όταν σκόλαγε άπό τή δουλειά του ή όταν είχαμε γιορτές. Κι έπαιζε άποκλειστικά κλέφτικα τραγούδια μέ ίδιαίτερη δεξιοτεχνία. Μάς είχε άπαγορεύσει, στά παιδιά του, νά πιάνουμε στά χέρια μας τή μαντόλα. Δέν ήθελε νά άσχοληθούμε μέ τή μουσική. Όταν πέρασε λίγος καιρός, άπό τότε πού μεγαλώσαμε λιγάκι έμείς τά παιδιά, πήρε τή μαντόλα καί τήν πήγε σ'έναν όργανοποιό πού τής μάκρυνε τό " χέρι" καί τήν έκανε μπουζούκι. Αύτό τό θυμάμαι σάν όνειρο. Τό 'φτιαξε ένας περίφημος όργανοποιός ό Καρύδας, πού είχε έρθει στά Τρίκαλα άπό τήν Άθήνα, άπό τά Πετράλωνα. Τό μπουζούκι αύτό ήταν φοβερό. Ήταν καταπληκτικός όργανοποιός ό Καρύδας. Κι έτσι περνούσε ό καιρός χωρίς νά τολμάμε νά άκουμπήσουμε τό μπουζούκι. Άλλος μουσικός στήν οίκογένεια άπό τόν πατέρα μου δέν ύπήρχε καί ούτε υπήρχε, όπως είπα, σκέψη να γίνει κανείς άπό μάς , γιατί δέ μάς άφησε νά πλησιάσουμε όργανο. Οί γονείς μου έφεραν στόν κόσμο 14 παιδιά, άλλά έζησαν μόνο τέσσερα, τρία άγόρια καί ένα κορίτσι. Ό πατέρας μου πέθανε στίς 24 Άπριλίου, τό 1927, καί ή μάνα μου τό 1958.
Έσύ πότε ήρθες γιά πρώτη φορά σέ επαφή μέ τή μουσική;
Λίγο καιρό μετά τό θάνατο τού πατέρα μου έπιασα στά χέρια μου γιά πρώτη φορά τό όργανό του. Ήμουνα 12 χρονών καί όχι παραπάνω. Βλέπεις, όταν πέθανε ήμουνα 11. Μόλις τό έπιασα στά χέρια μου μέ γοήτευσε. Συνέβη κάτι πού δέν μπορώ νά τό έξηγήσω άκόμα. Σάν κάτι νά μέ τράβαγε κόντά στό όργανο αύτό, σάν κάτι νά μέ τραβούσε κοντά στή μουσική. Άπό τότε τό έπαιρνα καί έπαιζα ταχτικά, μελετούσα σχεδόν κάθε μέρα μόνος μου. Άργότερα, όταν πήγαινα στό γυμνάσιο πήρα βιολί καί σέ λίγο καιρό τό 'κανα καί στά δάχτυλά μου πέταγε. Ήμουνα μαθητής στό γυμνάσιο Τρικάλων καί πολλές φορές διεύθυνα καί τίς σχολικές συναυλίες, ένώ ό Ίταλός καθηγητής μου τής μουσικής, ό Γκιόσσα, ήταν ξετρελαμένος. Έπαιζα πολλές φορές καί στόν κινηματογράφο "Πανελλήνιον", με τό "ΤΡΙΟ ΜΠΑΡΟΝΙ". Κανείς δέ φανταζόταν ποτέ ότι άπό δεξιοτέχνης τού βιολιού θά γινόμουνα μπουζουκτσής. Πρέπει νά ξέρεις δέ ότι ή άριστοκρατία στά Τρίκαλα μέ χλεύαζε, γιατί έπαιζα μπουζούκι. Ήμουν παιδάκι καί μέ περιφρονούσαν. Τούς έκδικήθηκα όμως μέ τίς μετέπειτα έπιτυχίες μου.
Θυμάσαι ποιά ήταν τά πρώτα ρεμπέτικα πού άκουσες;
Βέβαια θυμάμαι. Πρέπει νά ήταν τού Μάρκου Βαμβακάρη. Γρήγορα όμως κατάλαβα ότι αύτά τά τραγούδια δέ μού ταίριαζαν, διότι έγώ είχα δικό μου μουσικό κόσμο. Άκουσε όμως καί κάτι άλλο πού έχω χρέος νά τό αναφέρω: Τά τραγούδια έκείνα πού μού έκαναν τότε τή μεγαλύτερη έντύπωση ήταν τά τραγούδια του Παπάζογλου. Αύτά τά είχα μάθει καί τά έπαιζα όλα στό μπουζούκι. Ήταν έκπληκτικά τραγούδια, φοβερά. Γραμμένα σέ διαφορετικό στίλ άπό ό,τι ύπήρχε μέχρι τότε. Πρέπει να κυκλοφόρησαν μαζί μέ τού Μάρκου. Τά τραγούδια τού Παπάζογλου είναι τό ένα καλύτερο άπό τό άλλο. Πιάσε όποιο θέλεις, τό "Κάτω στά λεμονάδικα", "Άργιλέ μου παινεμένε", "Φωνή του άργιλέ", "Βάλε με στήν άγκαλιά σου", "Η μπαμπέσα", "Βαρέθηκα τόν άργιλέ", κ.ά.
Τώρα θυμήθηκα ότι σέ κάποια συζήτηση πού είχαμε μού είχες πεί ότι άπό τούς συνθέτες τής λεγόμενης "Σμυρναϊκής σχολής" περισσότερη έντύπωση σού έκανε ό Παπάζογλου. Πές μας άκριβώς τό γιατί.
Άκουσε να δείς. Στό είπα καί προηγουμένως ότι ό Παπάζογλου έγραφε σέ δικό τού στίλ, τελείως διαφορετικό άπό όλους τούς άλλους. Δέν είχε έκείνες τίς μουρμούρικες Σμυρνέικες μελωδίες. Είχε κάτι ξεχωριστό, πού δέν προϋπήρχε. Είχε κάτι τό εντελώς προσωπικό, μπορώ νά σού πώ, δικό του μουσικό κόσμο. Ήταν πολύ μεγάλος καί έμπνευσμένος συνθέτης. Πάρε σάν παράδειγμα τά τραγούδια του, πού όλα σχεδόν είναι άριστουργήματα. Έκείνη ή "Μπαμπέσα" πού είχε γράψει είναι φοβερό τραγούδι, συγκλονιστικό, έργο όλόκληρο. Όταν βγήκε έγινε χαλασμός κόσμου. Θυμάμαι ότι τήν τραγουδούσαν όλες οί κοινωνικές τάξεις. Πολύ μ'εντυπωσίασε τότε αύτό. Καί νά ξέρεις ότι νόμιζα πώς τό 'χει γράψει κανένας συνθέτης άπό τούς έλαφρούς. Δέν περίμενα λαϊκός συνθέτης νά έχει γράψει τέτοιο τραγούδι, γιατί δέν έγραφαν τέτοιο στίλ τότε οί λαϊκοί συνθέτες. Δυστυχώς όμως τόν άνθρωπο αύτόν ποτέ δέν τόν γνώρισα. Ποτέ δέν τόν είδα ούτε άπό μακριά.
Εσύ άπό πότε άρχισες νά γράφεις τραγούδια;
Ήμουνα παιδάκι, μέ κοντά παντελονάκια. Τά πρώτα μου τραγούδια τά συνέθεσα επάνω στή μαντόλα. Ήμουνα δεκαπέντε χρονών καί είχα συνθέσει περίπου 40 τραγούδια. Είχα φλέβα, ήθελα ένα ξέσπασμα, έβλεπα δρόμους πού έπρεπε νά βαδίσω. Όταν άρχισα νά γράφω έβλεπα ότι κάθε μέρα γεννιόντουσαν μέσα μου καί νέα πράγματα. Σού είπα ότι είχα δικό μου μουσικό κόσμο.
Κάποτε μού είχες πεί ότι τό πρώτο σου τραγούδι ήταν τό "Μές στήν πολλή σκοτούρα μου". Τί λές γι'αύτό;
Ναί, θυμάμαι ότι κάτι σού είχα πεί γιά το πρώτο μου τραγούδι. Φυσικά δέν μπορώ μέ άπόλυτη σιγουριά νά πώ ποιό άκριβώς ήταν τό πρώτο τραγούδι πού συνέθεσα, άλλά ή "Σκοτούρα" είναι ένα άπό τά πρώτα μου. Μπορεί νά είναι καί τό "Θά πάω έκεί στήν Άραπιά". Πάντως αύτά είναι άπό τά πρώτα μου, τά όποία γραμμοφώνησα μετά άπό χρόνια. Όταν σού λέω ότι μιά σταλιά παιδάκι καί είχα συνθέσει σαράντα τραγούδια, πού να θυμάμαι μέ σιγουριά ποιό είναι πρώτο καί ποιό δεύτερο. Έγώ κάθε μέρα κοίταζα νά δημιουργώ. Έίχα άνησυχίες, ό,τι ένιωθα έγραφα, ό,τι έβγαινε άπό μέσα μου.
Τά Σμύρνέικα τραγούδια πού κυκλοφορούσαν τότε τά άκουγες; Έπηρεάσθηκες καθόλου άπό αύτά;
Όχι, ποτέ. Δέν είχα σχέση μ'αύτά καί ποτέ δέ μέ έπηρέασαν. Ούτε κάν τά πρόσεχα καί μπορώ μάλιστα νά σού πώ ότι τά άγνόησα, όπως καί τά δημοτικά. Φυσικά, δέν τά άντιπαθούσα, άλλά άπλούστατα δέ μού έκαναν καμιά έντύπωση. Τότε δέν είχα καιρό νά άσχοληθώ, άλλά άργότερα, στήν πορεία, κατάλαβα τίς άξίες, τίς μεγάλες άξίες πού κρύβει μέσα του τό δημοτικό τραγούδι. Όσο γιά το Σμυρνέικο είναι γνωστό πώς ποτέ δέ μού άρεσε. Άντιπαθούσα φοβερά έκείνες τίς κλαψιάρικες μελωδίες πού έγραφαν οί Μικρασιάτες συνθέτες τής έποχής. Βέβαια οί συνθέτες καί οί τραγουδιστές τών Σμυρνέικων τραγουδιών μπορεί νά ήταν άξιόλογοι (καί μερικοί πράγματι ήταν), άλλά έμένα μού φαίνονταν σάν κάτι τό ξένο άπό τό δικό μου μουσικό κόσμο.