Τα ρεφρέν της νίκης
του Γιώργου Τσάμπρα
Δεν είναι που το -περίφημο πλέον- «Δεν μπορώ να περιμένω» είναι πλατινένιος δίσκος με την κυκλοφορία του. Είναι που -σε διάφορες παραλλαγές- έχει περάσει στα στόματα όλων των μεγαλύτερων κι όλων των πιτσιρικάδων, όλων των σύγχρονων επιθεωρήσεων αλλά κι όλων των... αρχαίων κωμωδιών του Αριστοφάνη που παίζονται αυτό το καλοκαίρι.
Την ίδια στιγμή, κατόπιν παραγγελίας του «Ολυμπιακού» Δήμου Αμαρουσίου, ο διάσημος μαρουσιώτης και πρώτος ολυμπιονίκης, ο Σπύρος Λούης, γίνεται «ταχύτατος Λούης» και το νέο μουσικό έργο του Γιάννη Μαρκόπουλου: «Μη με ρωτάς πώς νίκησα και να μην απορείς / στη δόξα και στον έρωτα, δεν μπαίνει δικαστής».
Βεβαίως, ο Σταμάτης Κραουνάκης, στο πλαίσιο της -και δισκογραφημένης- παράστασης «Η κλασική συνταγή», κάθε άλλο παρά συμμερίζεται τον παλμό της Ολυμπιάδας. «Εχεις περισσότερα; Μετά το 2004 να δούμε!» «καρφώνει» θαμώνα που «αντιδρά», ενώ η «Σπείρα Σπείρα» τραγουδά το «σουξέ» «Ολα μας τα πλούτη -είναι αυτό το... μπούτι». Χρειάζονται κι άλλα παραδείγματα ότι αυτό το καλοκαίρι είναι το καλοκαίρι που το ελληνικό τραγούδι ζει πιο έντονα από ποτέ την... αθλητική του συνειδητοποίηση;
Κι όμως... Αυτή η ιστορία είναι πολύ παλιά κι έχει γνωρίσει λογής εκλάμψεις στη μακρόχρονη πορεία της. Στο κάτω κάτω, κι εκείνο το περίφημο «Αρχαίο Πνεύμα Αθάνατο, αγνέ πατέρα / του ωραίου, του μεγάλου και του αληθινού» του Κωστή Παλαμά, με μουσική του Σπύρου Σαμάρα, που συνδέθηκε με τους Ολυμπιακούς του 1896, ένα τραγούδι ήταν, μέσα σε μια όπερα του συνθέτη του («Ρέα»). Βεβαίως ήρθε λίγο πριν τον πόλεμο του '40 ο Μάρκος Βαμβακάρης, να δηλώσει «αγύμναστος» στο ομότιτλο τραγούδι του (1939) και να δείξει όλη του τη συμπόνια στον «φτωχό λοχία» που τον ανέλαβε μετά την επιστράτευσή του «στα γεράματα»: «Ο κυρ-λοχίας ο φτωχός, ωσότου να με μάθει / το παρά πόδα και το αλτ, ο δόλιος τι είχε πάθει».
Καζαντζίδης και ΑΕΚ
*Ευτυχώς αργότερα, στα χρόνια του '60, οι λαϊκοί συνθέτες και τραγουδιστές της εποχής, κατάλαβαν πολύ γρήγορα ότι είχαν κάθε λόγο να συμπορευτούν με τα αθλητικά «δίκαια». Κάπως έτσι, στις 31 Δεκεμβρίου του 1963, ο Βασίλης Τσιτσάνης, με τον Μανώλη Χιώτη στο μπουζούκι και τραγουδιστή τον Μανώλη Αγγελόπουλο που τότε μεσουρανεί, ηχογραφεί το αφιερωμένο στον Παναθηναϊκό τραγούδι του: «Παναθηναϊκέ μοντέρνα μου ομάδα / που σε λατρεύουν όλοι στην Ελλάδα / εσύ που βγαίνεις κάθε χρόνο νικητής / το καμάρι μας και ο πρωταθλητής./ Εμπρός, εμπρός Παναθηναϊκέ / να την πάρουμε και σήμερα τη νίκη / το πρωτάθλημα κι η δόξα σού ανήκει».
Ενα χαρακτηριστικό πιστοποιητικό... αθλητικών φρονημάτων του λαϊκού τραγουδιού, έστω κι αν δεν έφτασε σε αίγλη το περίφημο «Σύλλογος μεγάλος δεν υπάρχει άλλος» του Γιώργου Μουζάκη.
*Απ' αυτή την άποψη, ο Στέλιος Καζαντζίδης υπογράφοντας τον αντίστοιχο ύμνο της ΑΕΚ και βάζοντας να τον τραγουδήσει ένας θρυλικός παίκτης της -που σε δεδομένη στιγμή υπήρξε και... μέλος της ορχήστρας του- ο Μίμης Παπαϊωάννου, είχε καλύτερα αποτελέσματα. Το «Εμπρός της ΑΕΚ παλικάρια / σουτάρετε και σπάστε τα δοκάρια / τα δίχτυα σκίστε, τη δόξα κατακτήστε / νικήστε, νικήστε, νικήστε», σαφώς συνδέθηκε με την πορεία της ομάδας.
*Στην αυτοβιογραφία του ο Βαγγέλης Περπινιάδης («Πριν το τέλος» Εκδ. Προσκήνιο. Επιμέλεια: Κώστας Μπαλαχούτης) περιγράφει με λεπτομέρειες τη σύνδεσή του με τις επιτυχίες του Ολυμπιακού στα χρόνια του '60. «Τη βραδιά που ο Ολυμπιακός αναδείχθηκε πρωταθλητής Ελλάδος, όλη η ομάδα είχε έρθει στο Φαληρικό στις Τζιτζιφιές, για να πανηγυρίσει τη μεγάλη αυτή επιτυχία. Κάποια στιγμή, εκεί που τραγουδάω τους ύμνους του Ολυμπιακού, με πλησιάζει ο ιδιοκτήτης του μαγαζιού, ο Μαργωμένος και μου λέει: Σταμάτα, δε βλέπεις; Θα μου γκρεμίσουν το μαγαζί. Κοιτάζω και βλέπω τη μάντρα να κουνιέται ολόκληρη σα να γινόταν σεισμός. Τέτοιο γλέντι τρικούβερτο δεν έχει ξαναγίνει: να μου δίνουν να πιω σαμπάνια μέσα από το κύπελλο, να κρατάω σημαίες, να με συστήνουν σε εκπροσώπους της ΦΙΦΑ, να με σηκώνουν στα χέρια, να χορεύουν διοίκηση και ποδοσφαιριστές στα τραπέζια...»
Τέτοια επινίκια γλέντια έχουν να περιγράψουν όλοι οι λαϊκοί τραγουδιστές που σε κάποια φάση συνδέθηκαν με την πορεία κάποιας ομάδας και σ' όλες τις εποχές... Τις δόξες του Ολυμπιακού, εκείνα τα χρόνια, έφτασαν να τραγουδήσουν από τον κορυφαίο τραγουδιστή του ρεμπέτικου, τον περίφημο Στράτο Παγιουμτζή («Ολυμπιακέ μεγάλε, Ολυμπιακέ τρανέ / που εσάρωσες τη Σάντος, την ομάδα του Πελέ») μέχρι -στο τέλος πια της δεκαετίας- τον νεότατο Γιάννη Πάριο (Το «Περαία μου, Περαία μου με το Σαρωνικό σου / που έχεις για καμάρι σου τον Ολυμπιακό σου» του Γιώργου Μητσάκη, υπήρξε μια από τις πρώτες επιτυχίες του).
*Η δοξολογία λαϊκών τραγουδιών σε συγκεκριμένες ομάδες ποδοσφαίρου ή η δημιουργία κατάλληλων εμβατηρίων, είναι ένα τεράστιο ξεχωριστό κεφάλαιο στην απεικόνιση της αθλητικής συνείδησης του νεοέλληνα στα τραγούδια. Συνήθως εξυμνούνται στερεότυπα χαρακτηριστικά, πάνω σε μελωδίες που ποντάρουν στη μαζική «αναπαραγωγή». Τα κλισέ είναι τέτοια που, όταν ο Σταμάτης Σπανουδάκης μαζί με τον Παντελή Βούλγαρη, έφτιαξαν ανάλογους ύμνους για τις ομάδες που εμπλέκονταν στο σενάριο της ταινίας «Η φανέλα με το εννιά», μπορούσαν άνετα να... παρασύρουν έναν οπαδό στον ενθουσιασμό: «Μια είναι η ομάδα μέσα στη Θεσσαλονίκη / δεν εγνώρισε την ήττα και διψάει για τη νίκη. Αστρα - Αστρα - Αστραπή / βροντάν γκολάρες κάθε Κυριακή».
*Στα χρόνια του '80 ο Μανώλης Ρασούλης θα γράψει έναν ολόκληρο μεγάλο δίσκο με ύμνους στον ΟΦΗ, αλλά και επιμέρους τραγούδια-σχόλια στο ποδοσφαιρικό φαινόμενο (Τίτλος «Τα ποδοσφαιρικά»), αλλά την παράσταση από πλευράς απήχησης θα κλέψει το μπάσκετ, όταν η Εθνική Ελλάδος θα ανακηρυχτεί πρωταθλήτρια Ευρώπης στο 25ο Πανευρωπαϊκό Πρωτάθλημα Μπάσκετ.
*«Φαντάζομαι τον Πίνδαρο να συνθέτει τον επινίκιό του γι' αυτά τα δώδεκα παλικάρια, που μας γέμισαν χαρά και περηφάνια και μας δίδαξαν πολλά», γράφει σε σχετικό κείμενο ο καθηγητής Μανώλης Ανδρόνικος, τον ρόλο όμως αυτό θα διεκδικήσει επιτυχώς ο Νίκος Πορτοκάλογλου: «...θα ξανάρθει η ρουτίνα μα κάτι άλλαξε από χθες... Είμαστε πια πρωταθλητές...».
*Τα γεγονότα θα «γράψουν» τόσο έντονα στις εντυπώσεις της ελληνικής πραγματικότητας, που 12 χρόνια μετά -το 1999- ο Διονύσης Σαββόπουλος θα τραγουδήσει στον «Χρονοποιό» του για «Τα χρυσά παιδιά του Γκάλη». Ενδιάμεσα, ωστόσο, θα πάρει την τραγουδιστική ρεβάνς του και το ποδόσφαιρο, όταν το 1994 η Εθνική Ελλάδας θα προκριθεί στο Παγκόσμιο Πρωτάθλημα. Ο Γιάννης Πάριος θα τραγουδήσει με μουσική Μάριου Τόκα και στίχους Κώστα Φασουλά «Γεια σου Ελλάδα / ποιος δεν ζήλεψε τα θαύματά σου / ντυμένη πάντα στα γαλάζια χρώματά σου», ενώ ο Χρήστος Νικολόπουλος με στίχους Μάνου Ελευθερίου, θα γράψει με πολλή υπερηφάνεια για την «Ελλάδα που τώρα πια δε στέλνει μετανάστες» αλλά «με το κεφάλι παν ψηλά τα νέα της παιδιά / και θα κρατούν στο γήπεδο μιας δόξας τα κλαδιά» (Τραγούδι: Βασίλης Λέκκας).
*Ηδη όμως είπαμε, ότι η παντός είδους υμνωδία, είναι μόνο η μια πλευρά του περάσματος του αθλητικού «ιδεώδους» στο ελληνικό τραγούδι. Από εκείνο το «Στα γήπεδα η Ελλάδα αναστενάζει» της «Παράγκας» του Διονύση Σαββόπουλου (1965-66) μέχρι τις «Κυριακές με φθηνό ποδόσφαιρο» στον «Επιβάτη» του Μίκη Θεοδωράκη και του Κώστα Τριπολίτη (1981) έχει αναπτυχθεί ένα τραγούδι που βλέπει κριτικά ή κάποτε και σατιρικά, την καθημερινότητα της ενασχόλησης με το ποδόσφαιρο. «Πώς μας ενώνει και πώς μας δονεί του Διακογιάννη η φωνή», διαπιστώνει το 1979 ο Λουκιανός Κηλαηδόνης, αλλά καταλήγει «Οποιος γνωρίζει τι φταίει για όλα αυτά / ας μου εξηγήσει μετά»:
*Και το 1986, ο Τζίμης Πανούσης βλέπει «Κάγκελα παντού», καθώς «Βούλγαροι, χανούμισσες, βαζέλες / όλο το έθνος προσκυνά, σώβρακα και φανέλες».
*Η «φιλολογία» του ποδοσφαίρου φτάνει να χρεωθεί στο τραγούδι, μέχρι το «στενό ορίζοντα» της επαρχίας: «Γύρνα στη Δράμα Κυριακή πρωί / γύρνα και πες μας πώς τα κατάφερες εσύ / κοντά στη Δόξα ζούμε μια στιγμή» τραγουδά το 1987 ο Νίκος Ξυδάκης με στίχους του Θοδωρή Γκόνη.
Ο Κουταλιανός
*Το επίσημο κράτος είναι αλήθεια ότι πάντα θα κάνει ό,τι μπορεί για να «ξυπνήσει» το φίλαθλο πνεύμα των Ελλήνων. Αρχής γενομένης από την περίφημη «πρωινή γυμναστική» του κρατικού ραδιοφώνου των προηγούμενων δεκαετιών, που τόσο εύστοχα «καρφώνει»» ο Νίκος Σκυλοδήμος, υποδυόμενος έναν εκφωνητή της, στα «Μικροαστικά» του Λουκιανού Κηλαηδόνη και του Γιάννη Νεγρεπόντη: «Η ώρα είναι έξι και ένα και κανείς δεν έχει ξυπνήσει για γυμναστική / ενώ όσοι έχουν ξυπνήσει αυτή την ώρα, δεν έχουν καμία απολύτως ανάγκη για γυμναστική». Και πάντα θα υπάρχουν τα αντίστοιχα φωτεινά παραδείγματα...
*Από τους υπέρλαμπρους σταρ-αθλητές του καιρού μας, μέχρι τους πλανόδιους παλαιστές και μπεχλιβάνηδες άλλων εποχών. Ασχετα αν πολλές φορές αυτά τα «μοντέλα» εκφυλίζονται, εν ονόματι μιας σκληρής καθημερινότητας. Ο Κουταλιανός υπήρξε διάσημος έλληνας αθλητής στα τέλη του 19ου αιώνα. Το 1910, τον ζωγράφισε σ' ένα φούρνο στο Βόλο, ο Θεόφιλος. Αυτή την εξόχως τιμητική για τον αθλητή ζωγραφιά, θα κάνει τραγούδι το 1976 ο Ακος Δασκαλόπουλος, στον κύκλο «Ζωγραφιές απ' τον Θεόφιλο» που παρουσιάζουν τότε με τον Νότη Μαυρουδή, και θα το τραγουδήσει ένας άλλος «Θεόφιλος» του καιρού μας, ο Γιώργος Μουφλουζέλης.
*Στο μεταξύ όμως, ο «Κουταλιανός» θα «ντυθεί» τη φιγούρα του υπαίθριου μπεχλιβάνη «Τζίμη του Τίγρη» και θα γνωρίσει την περιπαιχτική, γελοιογραφική υπόσταση που του δίνει ο Λευτέρης Παπαδόπουλος, πάνω στη μελωδία από το τσιφτετέλι της «Ευδοκίας»: «Κι αν μασάει σίδερα και κάνει το λιοντάρι στο τσαρδί του ο Κουταλιανός / τρέμει σαν το ψάρι στην κυρά του μπρος, αχ πώς τη φοβάται ο φτωχός Κουταλιανός» (ο στιχουργός λέει ότι στο πρόσωπο του «Κουταλιανού» του «ζωγράφιζε» την οικογενειακή... γαλήνη τού τότε δικτάτορα Παπαδόπουλου). Κι όχι μόνο αυτό...
*Τη στιγμή που ο Λευτέρης Παπαδόπουλος τον «εκθέτει» κανονικά, ο Κώστας Βίρβος θα αμφισβητήσει και την οικονομική του... «σιγουριά»: «Το Τζίμη τον πρωταθλητή, τον δένανε μ' ένα σκοινί κοντά στη Δημαρχία / κι αυτός γεμάτος λεβεντιά, με θριαμβευτική ματιά, λυνόταν πριν μετρήσεις τρία. Για να δοξάσει την Ελλάδα! Μπράβο! Ζήτω! / Μα για να... βγει και η φασουλάδα!» (Από τον κύκλο «Πανόραμα» των Πλέσσα - Βίρβου). Πού να 'ξερε ο «φτωχός» Κουταλιανός;
ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ - 29/08/2004